Λαϊκή Ναυπηγική Παράδοση

Article_08002_Photo01.jpg
Λάξευση με σκερπάνι της επιφάνειας των σκαρμών ενός τρεχνατηριού, για να πατήσουν επάνω τα σανίδια.

Τα πλωτά μέσα, μικρά ή μεγάλα, ήταν πάντα αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής και της οικονομίας κάθε ναυτικού τόπου. Εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες των ανθρώπων, όπως την επικοινωνία, τη μεταφορά αγαθών, την απόκτηση τροφής -κυρίως μέσω της αλιείας- και την εκμετάλλευση του θαλάσσιου φυσικού πλούτου. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα ήταν καθοριστικά μέσα για τις πολεμικές -αμυντικές ή επιθετικές- συρράξεις στις παραθαλάσσιες περιοχές.

Η ύπαρξη της γνώσης και της τεχνικής υποδομής για τη ναυπήγηση πλοίων σε μια κοινότητα ήταν πάντα ένα σοβαρό πλεονέκτημα για να ευημερήσει. Είχε τη δυνατότητα να κατασκευάζει, να συντηρεί και να αναπαράγει τα μέσα, τα καράβια, που της εξασφάλιζαν την επικοινωνία και τη συναλλαγή με τον υπόλοιπο κόσμο. Η ναυπηγική ήταν μια από τις σημαντικότερες τεχνικές δραστηριότητες των ναυτικών κοινωνιών σε όλες τις περιόδους της ιστορίας τους. Εξίσου ή και περισσότερο σημαντική από την αρχιτεκτονική μιας και η ύπαρξη της δεν ήταν προφανής σε κάθε παραθαλάσσιο τόπο. Η σπουδαιότητα της ναυπηγικής είχε οδηγήσει τις αρχές πολλών ναυτικών κοινοτήτων να θεσπίσουν αυστηρούς κανόνες για την προστασία, τον έλεγχο και τη διαιώνιση της τέχνης, αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο της κοινότητας. Στην ιστορία της ναυπηγικής υπάρχουν αρκετά ανάλογα παραδείγματα, όπως ο ναύσταθμος της Βενετίας, όπου απαγορευόταν η διαρροή της ναυπηγικής τεχνογνωσίας έξω από τον φρουρούμενο χώρο παραγωγής. Υπάρχουν, επίσης, παραδείγματα απαγόρευσης της ναυπηγικής που εφαρμόστηκαν για να καταστείλουν την ανάπτυξη ενός τόπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η απαγόρευση από την Υψηλή Πύλη της ναυπήγησης εμπορικών πλοίων από τους υπόδουλους Έλληνες κατά την τουρκοκρατία.

Ακόμη και οι μικρές ναυτικές κοινωνίες που διέθεταν ναυπηγεία είχαν τους τρόπους να προστατεύουν την τέχνη και να ελέγχουν τη μετάδοση της τεχνογνωσίας από τη μια γενιά καραβομαραγκών στην επόμενη. Τα «μυστικά» του επαγγέλματος φυλάσσονταν από τους πρωτομάστορες ναυπηγούς που τα εμπιστεύονταν μόνο στους λίγους άξιους συνεχιστές της τέχνης. Τα «μυστικά» αυτά αφορούσαν κυρίως τις τεχνικές που καθόριζαν την τελική μορφή ενός σκάφους.

Ήταν δηλαδή οι εργασίες που γινόντουσαν κατά τη διάρκεια της κατασκευής ενός σκάφους και αποσκοπούσαν στον καθορισμό των γεωμετρικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών του. Οι τεχνικές αυτές περιελάμβαναν τους πρακτικούς κανόνες για το «σχεδιασμό» των τμημάτων ενός σκάφους, τα εξειδικευμένα εργαλεία και βοηθήματα που χρησιμοποιούνταν για την επεξεργασία της πρώτης ύλης -του ξύλου-και την εμπειρία για τους τρόπους που θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι κανόνες και να χρησιμοποιηθούν τα εργαλεία και τα βοηθήματα, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σκάφος με τα επιθυμητά γεωμετρικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά. Οι πρακτικοί κανόνες ήταν απλές αναλογίες -όπως αυτές μεταξύ του μήκους, του πλάτους, του ύψους και του μήκους της καρίνας ενός σκάφους- και επίσης απλές γεωμετρικές εφαρμογές -όπως οι διάφορες υποδιαιρέσεις ευθύγραμμων τμημάτων, οι παράλληλες μεταφορές τρισδιάστατων σχημάτων και οι πρακτικές χαράξεις καθέτων γραμμών. Όλοι οι κανόνες ήταν φυσικά προσαρμοσμένοι στις ανάγκες των σχημάτων που έπρεπε να δημιουργηθούν πάνω στο σκάφος, όπως επίσης και στις ιδιαιτερότητες του ξύλου ως πρώτη ύλη για όλες τις κατασκευές.

Article_08002_Photo02.jpg
Συγκρότημα ξυλοναυπηγείων στον ?γιο Ισίδωρο Σάμου που κυρήχθηκε ως ιστορικός τόπος το 2007.

Τα εξειδικευμένα εργαλεία και βοηθήματα ήταν παραλλαγές βασικών ξυλουργικών εργαλείων που είχαν προσαρμοστεί στις ανάγκες της ναυπηγικής. Χαρακτηριστικά παραδείγματα η σκεπαρνιά, που τη χρησιμοποιούσαν για την σταδιακή διαμόρφωση των καμπύλων ξύλινων επιφανειών, και η στάθμη (το νήμα για την χάραξη γραμμών), που στη ναυπηγική είχε μια ιδιαίτερη εφαρμογή για την χάραξη ελαφρά καμπυλωμένων γραμμών. Βοηθήματα που αποτελούσαν επίσης ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής ναυπηγικής τεχνολογίας ήταν τα πολυάριθμα χνάρια που τα χρησιμοποιούσαν για τη σχεδίαση συγκεκριμένων στοιχείων πάνω στο σκελετό ενός σκάφους. Τα χνάρια αυτά σε ορισμένες περιπτώσεις («μονόχναρα») απαιτούσαν ιδιαίτερη εμπειρία και κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τη χρήση τους κατά τη διάρκεια του σκαρώματος ενός και μόνο συγκεκριμένου σκάφους.

Η εμπειρία ήταν απαραίτητη για να μπορέσει κάποιος να εφαρμόσει τους πρακτικούς κανόνες ή να χρησιμοποιήσει τα εξειδικευμένα εργαλεία και βοηθήματα. Ειδικά στη ναυπηγική, η απόκτηση της απαιτούμενης εμπειρίας, ήταν μια ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία που την ακολουθούσαν μόνο αυτοί που είχαν επιλεχθεί για να συνεχίσουν την τέχνη. Για να αποκτήσει κανείς την εμπειρία έπρεπε να μαθητεύσει για πολλά χρόνια δίπλα σε κάποιον καταξιωμένο ναυπηγό. Επίσης, έπρεπε να επιδείξει την απαιτούμενη ωριμότητα ως προς την διαφύλαξη των μυστικών του επαγγέλματος, να σεβαστεί την ιεραρχία της συντεχνίας και να εφαρμόσει τους κανόνες χωρίς παρεκκλίσεις και άσκοπες αμφισβητήσεις.

 

Ο συνδυασμός των πρακτικών κανόνων, των εξειδικευμένων εργαλείων και της απαιτούμενης εμπειρίας έδινε τη δυνατότητα ανάπτυξης της ναυπηγικής τέχνης σε έναν τόπο. Στα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχε αυτός ο συνδυασμός σε ορισμένες από τις παραθαλάσσιες ελληνικές κοινότητες, οι οποίες εξελίχθηκαν σε σημαντικά ναυπηγικά κέντρα. Και αργότερα, τον 19ο αιώνα, πολλά νησιά και παραλιακές πόλεις εξασφάλισαν πλέον, τον αντίστοιχο συνδυασμό των τεχνικών χαρακτηριστικών που τους επέτρεπε να αναπτύξουν τη ναυπηγική τέχνη. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται φυσικά στις αλλαγές των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, όπως επίσης και στις μεταναστεύσεις ναυπηγών μέσα στο πλαίσιο του Ελληνικού χώρου που μετέφεραν μαζί τους και την απαιτούμενη τεχνογνωσία. Ωστόσο, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα σε ορισμένες από τις μικρές ναυτικές κοινότητες της Ελλάδας επιβίωνε ακόμη ο έλεγχος στον τρόπο μετάδοσης της τεχνογνωσίας από τη μια γενιά καραβο-μαραγκών στην επόμενη.

Article_08002_Photo03.jpg
Το πέραμα "Υπαπαντή" κατασκευασμένο στο ναυπηγείο των αδελφών Μαυρίκων στη Σύρο το 1961-1962

Η άνθηση της τοπικής λαϊκής ναυπηγικής στις ελληνικές περιοχές -απελευθερωμένες και υπόδουλες- κατά τον 19ο αιώνα συνέβαλε και στη δημιουργία μεγάλης ποικιλίας σκαφών ως προς τις διαστάσεις και τη μορφή τους. Συνήθως τα τοπικά ναυπηγικά εργαστήρια εξειδικεύονταν σε ορισμένες διαστάσεις και μορφές που αντιστοιχούσαν στις συχνότερες παραγγελίες. Οι εξειδικεύσεις των πιο σημαντικών εργαστηρίων ήταν γνωστές στους ναυτικούς, οι οποίοι ανάλογα με τις διαστάσεις και τη μορφή του σκάφους που ήθελαν να κατασκευάσουν απευθύνονταν και στο αντίστοιχο ναυπηγείο. Η Ύδρα και οι Σπέ-τσες για παράδειγμα φημίζονταν για τα τρεχαντήρια τους, η Σάμος, η Σύρος και το Πλωμάρι της Λέσβου για τα μεγάλα περάματα που ναυπηγούνταν εκεί, η Σύρος, το Γαλαξίδι και η Σκόπελος για τα μεγάλα καραβόσκαρα και η Σύμη με την Κάλυμνο για τα μικρά σπογγαλιευτικά σκάφη (τους αχταρμάδες και τις σκάφες).

Η τοπική λαϊκή ναυπηγική παράδοση μέσα από τα ιδιαίτερα τεχνικά χαρακτηριστικά και τις εξειδικεύσεις της, κυρίως κατά τον 19ο αιώνα, παρουσίασε μια πλούσια παραγωγή σκαφών σε αριθμό, ποιότητα και μορφολογική ποικιλία. Αυτή η άνθηση της ελληνικής ναυπηγικής παραγωγής είχε γίνει γνωστή και πέρα από τις ελληνικές περιοχές επηρεάζοντας ακόμη και τις ναυπηγήσεις σε ξένους τόπους της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Την ίδια εποχή, ωστόσο, η αλλαγή στη ναυπηγική τεχνολογία, με την καθιέρωση των σιδερένιων κατασκευών για τα μεγαλύτερα πλοία, ήταν ο προάγγελος της παρακμής της τοπικής λαϊκής ναυπηγικής παράδοσης που θα ακολουθούσε τις επόμενες δεκαετίες.