Ξυλοναυπηγοί και ταρσανάδες

«Eίναι μεράκι να παίρνεις ξύλα από χάμω, να τα φτιάχνεις σκαρί και να το ρίχνεις στη θάλασσα»

H Σύρα ή Σύρος είναι νησί με μεγάλη ναυτική παράδοση κι ένα από τα λίγα μέρη που έχουν καταφέρει να διατηρήσουν ναυπηγείο ξύλινου σκάφους.

Γιατί, μπορεί μέσα στους δύο προηγούμενους αιώνες κάθε τόπος που τον άγγιξε η θάλασσα - Αιγαίο & Ιόνιο - να 'χε τον δικό του ταρσανά, σήμερα όμως τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Στην εκκίνηση του 21ου αι. μόνο το Πέραμα, η Ερμιόνη, η Θάσος, η Καβάλα, η Ρόδος και η Σύρος διατηρούν ταρσανάδες, καρνάγια ή ναυπηγεία ξύλινου σκάφους, κατά το ελληνικότερον.

Παρά την παρατεταμένη κρίση που αντιμετωπίζει η παραδοσιακή ξυλοναυπηγική, ο ταρσανάς της Σύρου εξακολουθεί να λειτουργεί. Σήμερα στον ίδιο χώρο υπάρχουν τα ναυπηγεία των αδερφών Μαυρίκου, του Μανώλη Ζουλουφού και του Ευάγγελου Τζώρτζη, που κατασκευάζουν μικρά κυρίως ξύλινα σκαριά, διαφορετικών τύπων. Δύο ακόμα ναυπηγεία βρίσκονται στην ενδοχώρα του νησιού, μακριά από τη θάλασσα.

H μεγάλη σιδερένια πόρτα στους Ταρσανάδες είναι συνήθως ανοιχτή και μπαίνοντας με υποδέχθηκε η «Αικατερίνη», ένα τρεχαντήρι 50 χρόνων. Πιο 'κεί ένα άλλο τρεχαντήρι στα σκαριά, σκαλωσιές, μαστόρια, μουράβιες και η μυρωδιά του δουλεμένου ξύλου. Στο βάθος κάποια καραβόσκαρα και κάποια λίμπερτ δέχονται τις φροντίδες των μαστόρων. Βρίσκομαι στον ταρσανά των Μαυρίκων, ένα όνομα-θρύλος στο Αιγαίο, που είναι 4 γενιές στον χώρο. Εδώ υπάρχει και η τελευταία παραδοσιακή σάλα της Σύρου, όπου σάλα είναι ο σχεδιασμός του καραβιού στο χώμα σε κλίμακα 1:1. Ζητήστε να την δείτε. Θα σας εξηγήσουν πώς «ρίχνεται» η σάλα. Πώς σχεδιάζονται, πρώτα, όλα τα στραβόξυλα και μετά τα περνούν στο ξύλο για να κοπούν σωστά. Στη Σύρο, λοιπόν, η σάλα ρίχνεται αλλιώτικα, ακολουθείται η ενετική κι όχι τούρκικη τεχνοτροπία, μας εξηγεί ο Μιχάλης Μαυρίκος, η 4η γενιά του ταρσανά. Έτσι, ένα σκαρί συριανό δεν έχει καμιά σχέση με ένα της Σάμου, με ένα χιώτικο ή ένα περαματάδικο.

H τέχνη δεν μαθαίνεται... κλέβεται!
Ο Δημήτρης Μαυρίκος, θείος του Μιχάλη, έχει καβαντζάρει τα 84 και μας διηγείται πώς ο πατέρας του, ο κυρ-Μιχάλης, έκλεψε τη σάλα από έναν παλιό καραβομαραγκό, τον συχωρεμένο τον Φετούρη. «Ο γέρος δεν άφηνε κανέναν να πλησιάσει το σαλό του, εκεί όπου σχεδίαζε χάμω. Μόνο έναν-δυο ηλικιωμένους. Παιδί ποτές, για να μην του πάρει την τέχνη. Ο πατέρας μου, παιδάκι για θελήματα, όταν έφευγε το αφεντικό με το μπαστουνάκι του να πάει να φάει, έμπαινε κρυφά κι μ' ένα μολυβάκι το αντέγραφε. Και μετά μοναχός, το βράδυ, εκαθότανε στο σπίτι και προσπαθούσε να το καταλάβει και να το μάθει. Δεν ήξευρε γράμματα, αλλά έγινε καλό μαστόρι». Πρωτομάστορας.

«Τότε ήταν αλλιώς: 15 ναυπηγεία, 200 με 300 άνθρωποι στον ταρσανά. Δεν υπήρχαν ωράρια. 3 δεκάρες το μεροκάματο. M' αυτό ζούσες κι εσύ και η οικογένειά σου. Αλλά ήτανε η τέχνη μας. Την αγαπούσαμε. Ο ταρσανάς είναι μεράκι. Εγώ και που έφυγα, έγινα κτίστης, δημοτικός σύμβουλος, πάλι εδώ τριγυρνάω. Τότες, άλλος πέτσωνε, άλλος έφτιαχνε τα πλαϊνά, άλλος έβαζε από μέσα τα χοντρά για να πιάσει, άλλος τρυπούσε. Σήμερα είμαστε 2-3 άνθρωποι στον ταρσανά κι όλοι τα κάνουμε όλα. Δεν χτίζονται όμως πια καινούργια σκαριά. Ελάχιστα».

H δουλειά του ταρσανά μοιάζει να 'ναι σήμερα η συντήρηση. Το ξύλινο σκαρί δεν ταιριάζει με τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής, με τη μαζική παραγωγή και την ταχύτητα. Το κόστος κατασκευής και συντήρησης είναι υψηλό.

«Ο σύγχρονος άνθρωπος προτιμά το πλαστικό. Γιατί δεν έχει ούτε τον χρόνο για να ταξιδέψει το ξύλινο, ούτε τον τόπο να το αράξει και να το φτιάξει, ούτε το χρήμα να το συντηρήσει. Δεν μας έφταναν όλα τ' άλλα, ήρθαν και οι εταίροι. Σήμερα, θες να σκαρώνεις ένα καΐκι 11, 12, 13 μέτρων και δεν μπορείς. Πρέπει να πάρεις την άδεια από το Λιμεναρχείο, τους αρμόδιους, να σου δώκουν σχέδια, που είναι να τραβάς τα μαλλιά σου, αλλά τι να κάνεις; Δεν γίνεται κι αλλιώς!». Ο μαστρο-Δημήτρης αναφέρεται στην προσπάθεια που ξεκίνησε η Ενωμένη Ευρώπη του '86 (Καν.E.K. 3699/93) για τη μείωση του αλιευτικού στόλου, με στόχο την προστασία του γόνου και του οικοσυστήματος. Το αποτέλεσμα είναι να μη δίνονται καινούργιες αλιευτικές άδειες και να μην μπορούν να σκαρωθούν μεγάλα καΐκια. Αντίθετα, δίνονται οικονομικά κίνητρα (αποζημίωση) για απόσυρση και την κατάθεση της αλιευτικής άδειας. Για να εισπράξει όμως ο ενδιαφερόμενος την αποζημίωση πρέπει να σπάσει το καΐκι του. M' αυτόν τον τρόπο, όμως, καταδικάζεται με αφανισμό κι ένα ζωντανό κομμάτι της ναυτικής μας παράδοσης: τα ξύλινα σκαριά. Καθώς στη χώρα μας ελάχιστα παραδοσιακά σκαριά συντηρούνται, δεν έχει υλοποιηθεί ο θεσμός «Λιμάνι - Μουσείο» και η Πολιτεία κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Οι προοπτικές για την παραδοσιακή ξυλοναυπηγική είναι ζοφερές. Τα σχέδια που έχει στη σάλα του ο Μαυρίκος θα μείνουν σχέδια, δεν θα γίνουν σκαριά και τα παιδιά μας δεν θα έχουν την ευκαιρία να δουν ξύλινα σκάφη ούτε με τη μορφή μουσειακού εκθέματος. Φουρτούνες για τα ψαροκάικα.