Βρείτε μας στο Facebook

English French German Italian Portuguese Russian Spanish Turkish

Το καραβόσκαρο

Καραβόσκαρο στη Χίο, 1912 - 1927Το ελλειψοειδές σχήμα της πρύμνης στο επίπεδο του καταστρώματος και η διπλή καμπυλότητα που παρουσιάζει το πλωριό ποδόσταμα, με κυρτό το κάτω και κοίλο το επάνω μέρος, είναι τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν αυτόν τον τύπο ξύλινου παραδοσιακού σκάφους.
Επάνω στο πρυμνιό ποδόστημα, το οποίο δεν ξεπερνά σε μέγεθος τα 2/3 του ύψους του σκάφους στη περιοχή αυτή, εδράζεται η ελλειψοειδής αυτή κατασκευή του καραβόσκαρου, όπου ξεκινώντας από επάνω προς τα κάτω, το ελλειψοειδές αυτό σχήμα περιορίζεται "στενεύει", για να καταλήξει στο ξύλο του ποδοστήματος.

Το τμήμα αυτό, που λέγεται "αϊνάς", κατασκευάζεται με έναν ειδικό τρόπο τον οποίο δεν το συναντάμε σε κανένα άλλο παραδοσιακό σκάφος. Κατασκευάζεται μαζί με το ποδόστημα ανεξάρτητα από τον υπόλοιπο σκελετό του σκάφους και στη συνέχεια τοποθετείται και στεραιώνεται επάνω στην καρίνα.

Απαραίτητη προϋπόθεση για την κατασκευή του καραβόσκαρου και ιδίως για την κατασκυεή της πρύμνης, είναι η ύπαρξη ναυπηγικού σχεδίου και η εφαρμογή της μεθόδου της "σάλας". Στο γεγονός αυτό βασιζόμαστε σήμερα και θεωρούμε οτι η κατασκευή του καραβόσκαρου στον Ελλαδικό χώρο δεν μπορεί να ξεκίνησε πρίν την εφαρμογή της μεθόδου της σάλας, που προσδιορίζεται χρονικά στα τέλη του 18ου αιώνα.

Οι παραπάνω χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες του καραβόσκαρου, καθώς απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, ήταν οι βασικοί λόγοι που δεν εξαπλώθηκε η κατασκευή του σε όλα τα ελληνικά ναυπηγεία της εποχής.

Πρύμνη καραβόσκαρου στο ναυπηγείο του Τσίκη στο ΠέραμαΥπάρχουν διάφορες απόψεις αναφορικά με το πώς και το πότε ξεκίνησε ή εδραιώθηκε η κατασκευή του καραβόσκαρου στην Ελλάδα. Αναφέρεται ότι στον Ελλαδικό χώρο καθιερώθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Υπάρχουν πηγές που θεωρούν οτι είναι απόγονος των αμερικάνικων "topsail sckooners" και αντιγράφηκε από τους Έλληνες κατα τα τέλη του 18ου αιώνα, ενώ υποστηρίζεται και η άποψη οτι η καταγωγή του καραβόσκαρου είναι ιταλική. Αναφορές στο γεγονός ότι θεωρείται απόγονος του βυζαντινού δρόμωνα, δεν τεκμηριώνονται ούτε και από τη διαθέσιμη σύγχρονη βιβλιογραφία, όπου γίνεται η αναφορά αυτή, γίνεται συγκεκριμένη παραπομπή.

Με τα μέχρι σήμερα στοιχεία, φαίνεται οτι το καραβόσκαρο διακρίνονταν σε δύο βασικούς τύπους. Ο πρώτος αφορούσε κυρίως στα εμπορικά στα οποία ο μεσσαίος νομέας, στο σημείο που εφάπτεται με την καρίνα, είναι σχεδόν παράλληλος με τον οριζόντιο ως προς το έδαφος και κάθετο άξονα στην καρίνα. Ο δεύτερος τύπος, που αφορούσε σε αλιευτικά σκάφη και πολύ μεταγενέστερα (στις μέρες μας) σε σκάφη αναψυχής, ο μεσσαίος νομέας στα ύφαλα του σκάφους έχει σχήμα 'V' με γωνία περίπου 30 μοιρών ως προς τον οριζόντιο άξονα. Οι απολήξεις του μεσσαίου νομέα και στους δύο παραπάνω τύπους, είναι κατακόρυφες.

Τον 19ο αιώνα στο Γαλαξίδι και στη Σύρο κατασκευάστηκαν τα περισσότερα αλλά και μεγαλύτερα καραβόσκαρα, ενώ μεγάλη φήμη στην κατασκευή καραβόσκαρων απέκτησαν η Σύρος και το Πέραμα αρκετά χρόνια αργότερα στις αρχές του 20ου αιώνα. Την εποχή εκείνη καραβόσκαρα σκάρωναν και στη Σκιάθο, στη Σκόπελο, στις Σπέτσες, στη Σάμο, στο Πλωμάρι της Λέσβου, στην Ιθάκη, στην Καβάλα , καθώς και στο Μοσχονήσι και στη Φωκαία της Μ.Ασίας και στη Σμύρνη. Η κατασκευή τους συνεχίστηκε μέχρι και τη δεκαετία του 1980 όπου καραβόσκαρα σκάρωνα στα ναυπηγεία στο Πέραμα, στο Αίγιο, την Κοιλάδα, τη Θεσαλλονίκη την Ιερσσό και την Καβάλα.

Σχέδιο καραβόσκαρου από τη Χίο, 1912 - 1927Έχει καταγραφεί οτι τα σκάφη αυτά μπορούσαν να τα φθάσουν μέχρι τα 40 και 50 μέτρα μήκος, ενώ το εκτόπισμά τους ήταν 400 με 500 τόνους αντίστοιχα. Η αναλογία του πλάτους του σκάφους (στο μεσσαίο νομέα) ως προς το μήκος της καρίνας, φαίνεται ότι στα μικρά καραβόσκαρα, μέχρι τα 20 μέτρα, ήταν 1/3, ενώ στα μεγαλύτερα πλησίαζε και το 1/4. Ανάλογα με το μήκος τους, ήταν συνήθως δίστηλα ή τρίστηλα. Στα δίστηλα ιστιοφόρα, η συνιθέστερη ιστιοφορία ήταν αυτή του "λόβερο".

Τέλος, έχει παρατηρθεί η ύπαρξη σκαφών με χαρακτηριστκά διαφορετικών τύπων. Η συνηθέστερη εικόνα έρχεται από περιπτώσεις σκαφών με πρύμνη καραβόσκαρου και πλώρη τρεχαντηριού, ενώ δεν ήταν λίγα αυτά που είχαν πρύμνη λίμπερτυ και πλώρη καραβόσκαρου.

(Κείμενο: Γιάννης Παντάκης)

Πηγές - Σχετική Βιβλιογραφία:

  • ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΣΤΙΟΦΟΡΑ ΚΑΙΚΙΑ ΤΟΥ 2Οου ΑΙΩΝΑ, Κ. Δαμιανίδης, Τ. Λεοντίδης
  • ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΝΑΥΠΗΓΙΚΗ - Κώστας Α. Δαμιανίδης