Το Πριάρι της λιμνοθάλασσας του Μεσσολογγίου

Το πριάρι είναι ένα οξύπρυμνο σκάφος με επίπεδο πυθμένα που χρησιμοποιείται στις λιμνοθάλασσες και στις εκβολές των ποταμών στη Δυτική Ελλάδα.

Το πριάρι ανήκει σε μια μεγαλύτερη οικογένεια σκαφών με επίπεδο πυθμένα που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα σε περιοχές των ελληνικών ακτών του Ιονίου πελάγους. Οι τρεις βασικές περιοχές, όπου υπάρχουν αυτά τα σκάφη είναι η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, ο Αμβρακικός και γύρω από την πόλη της Λευκάδας, όπου υπάρχουν εκτεταμένες περιοχές με αβαθή νερά.

b_180_0_16777215_00___images_stories_ShipsHistory_Traditional_Priari_Priari.jpgΤα πριάρια ανάλογα με το μέγεθός τους είχαν και διαφορετικές ονομασίες στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. "Τα μικρά πριάρια λέγονταν γαΐτες, τα μικρότερα γαϊτοπούλες, τα δε μεγαλύτερα, υψηλά και πλατειά πισκαρέσες". Τα τελευταία χρησιμοποιούνταν ως μεταφορικά συνήθως για το φόρτωμα και το ξεφόρτωμα των ιστιοφόρων που δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν την πόλη του Μεσολογγίου. Τα πριάρια της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου κατασκευάζονταν στο Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, τα πριάρια του Αμβρακικού κυρίως στην Πρέβεζα και πιθανώς σε άλλες μικρότερες πόλεις της περιοχής, ενώ στη Λευκάδα ναυπηγεία υπήρχαν στην πόλη της Λευκάδας και στο Νυδρί στις περιοχές Βλυχό και Στενό.

Αν και η χρήση τέτοιου είδους σκαφών στις λιμνοθάλασσες του Ιονίου πρέπει να είναι αρκετά παλαιά, οι πληροφορίες που υπάρχουν από ιστορικές πηγές είναι ελάχιστες. Στο Μεσολόγγι, το Αιτωλικό και τη Λευκάδα αναφέρεται ότι από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα έως τα μέσα του 18ου οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν κάποιου είδους μονόξυλα για την πλεύση τους στις αβαθείς περιοχές της θάλασσας. Τα πριάρια στο Μεσολόγγι αναφέρονται επίσης στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα. Τα σκάφη αυτά χρησιμοποιούντο κυρίως για ψάρεμα με διάφορους τρόπους. Από αυτούς, ο πιο χαρακτηριστικός στη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου είχε ένα μεγάλο τετράγωνο δίχτυ που κρεμόταν διαγωνίως από δύο διασταυρωμένες κεραίες, οι οποίες με τη σειρά τους κρέμονταν από ένα άλλο ξύλο που στηριζόταν, σε οριζόντια περίπου θέση, σε ένα κοντό κατάρτι στην πλώρη του πριαριού. Το δίχτυ με όλο το σύστημα μπορούσε να πέσει απότομα στη θάλασσα ή να σηκωθεί το ίδιο γρήγορα, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν μια μεγάλη απόχη. Με τον τρόπο αυτό παγιδεύονταν τα ψάρια στα αβαθή νερά, που στα περισσότερα σημεία της λιμνοθάλασσας δεν ξεπερνούσαν το μισό μέτρο βάθους.

Τα πριάρια είναι απλές κατασκευές που βασίζονται κυρίως στο περίγραμμα του επίπεδου πυθμένα τους. Ο σκελετός τους αποτελείται από νομείς καρφωμένους πάνω στον πυθμένα και σε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους, οι οποίες ανάλογα με το μήκος του σκάφους ποικίλλουν από 30 έως 40 εκατοστά. Οι πλευρές των νομέων έχουν πολύ ελαφρές καμπυλότητες που διαμορφώνονται κυρίως με το σκεπάρνι ή με κατάλληλες πλάνες. Το πέτσωμα κάθε μιας πλευράς αποτελείται συνήθως από τρεις σανίδες καρφωμένες επάνω στους νομείς και με τις απολήξεις τους να στερεώνονται σε ειδικά διαμορφωμένες εγκοπές (ασσούς) πάνω στα ποδοστάματα.

Τα πριάρια έχουν περιορισμένο πλωριό και πρυμνιό κατάστρωμα και ένα περιμετρικό οριζόντιο σανίδι στο εσωτερικό του σκάφους και στο ύψος του καταστρώματος. Ο κεντρικός χώρος είναι ανοιχτός και συνήθως υπάρχει ξύλινο δάπεδο που στηρίζεται στην επάνω επιφάνεια των επίπεδων στρώσεων των νομέων.

Τα πριάρια της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου δεν έφεραν κουπιά, αλλά μόνο το σταλίκι, ένα κοντάρι με το οποίο ακουμπούσαν στον πυθμένα και έσπρωχναν το σκάφος. Το σταλίκι ήταν στρογγυλό και παχύτερο στο κάτω μέρος του που έμπαινε στη θάλασσα. Στο ίδιο άκρο καρφωνόταν μικρή ισοσκελής ξύλινη γωνιά για να αυξάνει η επιφάνεια επαφής με τον πυθμένα. Το μέρος αυτό από το σταλίκι ονομαζόταν σταλικοπόδι. Στα πριάρια της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου χρησιμοποιούσαν και ένα είδος πανιού σακολέβας πάνω σε ένα κοντό κατάρτι που μπορούσε να τοποθετηθεί κοντά στην πλώρη. Η ιδιόρρυθμη αυτή σακολέβα είχε ράντα και μια λοξή αντένα, αρκετά ψηλότερα από τη θέση που την είχαν οι σακολέβες της ανοικτής θάλασσας.

Τα πριάρια του Αμβρακικού και της Λευκάδας έφεραν κουπιά αντί για σταλίκι για να μπορούν να κινηθούν σε πιο βαθιά νερά. Οι σκαλμοί για τα κουπιά αυτά υπήρχαν αρκετά έξω από το σκάφος σε ένα κάθετο ως προς το σκάφος δοκάρι στην πρύμνη του σκάφους.
Τα πριάρια αυτών των περιοχών μπορούσαν επίσης να κινηθούν με ένα μικρό πανί σακολέβας, χωρίς ράντα, που έμοιαζε περισσότερο με τη γνωστή σακολέβα της ανοιχτής θάλασσας.

Πηγή:

  • Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας